Ο χωρισμός

«Όταν γνώρισε το Στέφανο ο Γιάννης της φάνηκε μικρός λίγος και τέλος τέλος άσχημος.
Δεν είχε κανένα ενδοιασμό να του πετάξει κατάμουτρα ότι της άρεσε ο άλλος.
Δεν την ένοιαζε καθόλου τι αισθανόταν .
Ομως σκέφθηκε ένα πιο βίαια τρόπο να τον ξεπαστρέψει μια και καλή.
Έγινε κούκλα..του έκλεισε ραντεβού μπροστά στην είσοδο της σχολής.
Εκείνος .. ήλθε εξ ίσου φροντισμένος...  απελπισμένα φοβισμένος …ότι την έχανε.
Όπως τον κοίταζε καθώς πλησίαζε απορούσε πως της άρεσε και είχε και ερωτικά πάρε δώσε μαζί του.
Στάθηκε μπροστά της ….τη ρώτησε πού θέλει να πάνε.
Βιάζομαι πουθενά του πέταξε με περιφρόνηση... αλήθεια γίνεται αύριο να μου φέρεις τα βιβλία που σου δάνεισα.. διότι τα θέλω.
Οκ απάντησε εκείνος.
Είχε πάρει το μήνυμα. τέλος.
Του γύρισε την πλάτη και φεύγοντας σταμάτησε.. ξαναγύρισε τον κοίταξε και του είπε..α και ξέρεις θέλω να χωρίσουμε.
Την άλλη μέρα της έφερε τα βιβλία της……τα πήρε έφυγε και αισθανόταν και καλά που τον έβλεπε κακομοίρη δυστυχισμένο»…
Έλενα Τρότα.
(Χαμένοι άνθρωποι)


Το φίδι




Ηλθε ο θέρος και έφευγε για τα σπαρτά  μαζί με τις άλλες κάθε πρωί.
Ζαλωμένες με  δρεπάνια , ντορβάδες με νερό και  κάτι φαγώσιμο και όποιες ήταν μικρομάνες κουβάλαγαν και τα μικρά τους , είτε δεμένα πάνω σε γομάρια η στην πλάτη τους.

Εφευγαν πρίν βγει ο ήλιος και όταν εφταναν στα σπαρτά ….ήδη ο ήλιος πύρρωνε τα πάντα.

Εκείνη τη χρονιά το τρίτο της παιδί ήταν  περίπου 2 χρονών και δεν είχε  που να τ΄αφήσει.
Τόπερνε απ΄το χέρι,   περπατόντας όσο άντεχε  το μικρό, και μετά στην πλάτη, εφτανε   πάνω στην πλαγιά,   που ήταν αντικρυστά στο χωριό , γεμάτη  στάρια, έτοιμα για θέρο.

Απίθωσε  το παιδί κι εκείνη τη μέρα κάτω απ΄την  αγκορτσιά στην άκρη του χωραφιού, που ήταν πανέμορφο πρίν από το θερισμό . Εκεί στην άκρη  της αγκορτσιάς είχε δροσούλα και το μικρό λιπόσαρκο και κουρασμένο κοιμήθηκε αμέσως.

Αφησε στην άκρη του το  σταμνί με το νερό και ένα τυλιγμένο καρβέλι ψωμί με ελιές . Εφυγε. Το άφησε κοιμισμένο μόνο του.
Πήγε στην άλλη άκρη του χωραφιού  να ξεκινήσει με τις άλλες το θέρισμα.
Όπως περνούσε όμως η ώρα αισθάνθηκε μία ζαλάδα,
σαν κάτι να την  τρόμαξε ξαφνικά ,σήκωσε  το κεφάλι της  να δεί προς το δέντρο που κοιμόταν το παιδί της .
Να δεί αν είχε σηκωθεί . Ολα ακίνητα... το μικρό  δεν πρέπει να ξύπνησε ακόμη.

Τότε χωρίς να  καταλάβει και ή ίδια  τι έκανε …απίθωσε το δρεπάνι  καταγίς και άρχισε με γρήγορο βήμα να πηγαίνει προς την αγκορτσιά.

Που πας της φώναξαν οι άλλες…γιατί φεύγεις ..άστο το παιδί ..κοιμάται.

Αυτή σαν υπνωτισμένη δεν γύρισε ούτε να τους απαντήσει.
Συνέχισε κόβοντας δρόμο μέσα απ΄τα στάχια και τότε είδε το παιδί της ..να κοιμάται ..ακίνητο ..αθώο …ανύποπτο και ...δίπλα του να σέρνεται μια σντρογαλιά ..θηρίο …έτοιμο να ορμήξει στην μικρή ...με την παραμικρή της κίνηση..

Πάγωσε …μαρμάρωσε για να μην την πάρει χαμπάρι το φίδι…κοίταζε μιά το παιδί ..μιά το φίδι …..  απεγνωσμένα κοίταζε γύρω… να δεί κάτι  που θα τη βοηθούσε…να σώσει το παιδί απ΄το  κίνδυνο.

Μια κοτρώνα είχε ανέλπτιστα βγάλει την άκρη της εκεί στο πόδι της …δεν  την είχαν βγάλει ..στο όργωμα …στη σπορά… ήταν εκεί ..πολύτιμη γι΄αυτήν.

Έσκυψε σαν ελάφι ..ανάλαφρα την ξέχωσε και την κράτησε στο χέρι της  σφικτά ..γερά..

Σηκώθηκε και όπως απείχε λίγα μέτρα απ΄το φίδι ..δεν είχε άλλη λύση ..ήταν η μοναδική.. σαν ελατήριο πέταξε την πέτρα στο φίδι…στο κεφάλι το βρήκε και αυτό άρχισε με πατημένο το  κεφάλι απ΄την κοτρώνα ..να σπαρταράει..

Αυτή τότε όρμησε ..άρπαξε το μικρό που είχε ξυπνήσει από το γδούπο της πέτρας και έτρεχε προς το δρόμο…σαν τρελλή..

Οι άλλλες δεν κατάλαβαν τι έγινε ..τρέξαν ξοπίσω της ..την φώναξαν ..κοντοστάθηκε κάτω απ΄τον καυτό ήλιο … τις κοίταζε με τρόμο  ..δεν μπορούσε να μιλήσει …δεν μπορούσε να αναπνεύσει ……. τους έδειχνε μόνο  την αγκορτσιά..

Κινήθηκαν προς τα εκεί  οι άλλες γυναίκες ..και είδαν το φίδι να σπαρταράει ακόμη .. πρίν τελειώσει.



ΣΙΜΟΝ



Ηλθε αυτές τις μέρες πάλι στην επιφάνεια της δημοσιότητας αυτή η σημαντική  γυναίκα. 
Γράφτηκαν  πολλά .
Ολα επαινετικά για την άξια  και επιφανή αυτή εβραιογαλλίδα.
Όλα αφορούσαν την κοινωνική δράση της .. τα "εξω" της 
 το πιο εσώτερο που γράφτηκε γι΄αυτήν ήταν το νούμερο που είχε στο Αουσβιτς και...
 ότι ήταν από τους ελάχιστους επιζήσαντες από τις 76.000 εβραίους που έδωσε η κυβέρνηση Βισί στους ναζί.
Έτοιμους καταγεγραμμένους μην… τους ξεφύγει κάνενας!
 Τίποτα δεν βρήκα να διαβάσω για το  πως η  γυναίκα αυτή  ξαναγύρισε στην ζωή μετά την φρίκη του θανάτου που ζούσε καθημερινά ως παιδί στα στρατόπεδα του  Αουσβιτς και του Μπιρκενάου.
Κανένας δεν έγραψε τίποτα για τα ανείπωτα και ανεπούλωτα τραύματα που κουβαλούσε κάτω απ΄τα πολιτειακά αξιώματα που υπηρετούσε. 
Λες και τα πολιτειακά παράσημα έχουν μεγαλύτερη αξία από τον αγώνα ζωής  και τα τραύματα που της άφησαν τα ναζιστικά στρατόπεδα.
Πρό καιρού έτυχε και διάβασα το βραβευμένο βιβλίο της συγκρατουμένης της Βέιγ ,της ΜΑΡΣΕΛΙΝ ΛΟΡΙΝΤΑΝ   από τις εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ με τίτλο «ΚΙ ΕΣΥ ΔΕΝ ΞΑΝΑΓΥΡΙΣΕΣ».
Η συγγραφέας, προσωπική φίλη της Βέιγ, έγραψε για το δικό της δράμα στο Αουσβιτς  και στο Μπιρκενάου  αλλά κυρίως για  όσα αντιμετώπισαν αυτοί οι λίγο εβραίοι όταν ξαναγύρισαν στην ζωή.
Οταν επέστρεψαν στο Παρίσι με ένα τραίνο από το στρατόπεδο του Αουσβιτς , τους εγκατέστησαν σε ένα ξενοδοχείο,  μέχρι να βρούν επανασύνδεση με συγγενικά τους πρόσωπα.
Αυτή λοιπόν η μεγάλη γυναίκα  -όπως εξιστορεί  η συγγραφέας -δεν ξεπέρασε ποτέ όσα έζησε εκεί. 
Την κυνηγούσαν πάντα και παντού .
Και βέβαια όχι μόνο αυτή . 
Ας μη ξεχνάμε τον ΠΡΙΜΟ ΛΕΒΙ που δεν άντεξε και το 1987 έπεσε απ΄τον τρίτο όροφο στο σπίτι του στο Τορίνο.
Μάζευαν οι κρατούμενοι  των στρατοπέδων με αγωνία ό,τι τους τύχαινε ..λέει ο ΛΕΒΙ ..μια κλωστούλα, ένα κουταλάκι ..μια κόρα ψωμάκι ,  οτιδήποτε θα τους χρησίμευε.   
Τα έκρυβαν  στα κουρέλια που φορούσαν ,  γιατί αλλιώς θα τους εκτελούσαν.
Με τα πραγματάκια αυτά που έκρυβαν απ΄τους φύλακες ,  ένοιωθαν ότι κέρδιζαν ένα πόντο ζωής ακόμη .......βλέποντας τα φουγάρα απ΄τα κρεματόρια να δουλεύουν ασταμάτητα και μη μπορώντας να αναπνεύσουν απ΄τη μυρωδιά της  καμένης σάρκας …
Η συγγραφέας  λοιπόν μετά την επάνοδό τους στο Παρίσι έβγαινε για πολλές δεκαετίες  με την Βέιγ και άλλους επιζήσαντες μια φορά το μήνα. Δειπνούσαν όλοι μαζί.   Εβλεπε  στις εξόδους τους αυτές  η συγγραφέας ,  την μικρή Σιμόν των στρατοπέδων   να ξεπηδάει μέσα από την επιφανή πολιτικό   εκεί στα παρισινά ρεστοράν ... και με την ίδια αγωνία των στρατοπέδων να «παίρνει κουταλάκια απ΄τα εστιατόρια και τις καφετέριες να τα χώνει κρυφά μέσα στην τσάντα της..κουταλάκια άνευ αξίας για να μη αναγκασθεί να πιεί την απαίσια σούπα του ΜΠΙΡΚΕΝΑΟΥ με τη γλώσσα».
Βλέποντας τις φωτογραφίες της  επιφανούς και  σημαντικής ΣΙΜΟΝ ΒΕΙΛ  σε όλα τα μέσα   αυτές τις μέρες ..μια γλυκύτατη ηλικιωμένη γυναίκα .. εμένα μου έβγαζε μεγαλύτερη τρυφερότητα και συμπόνοια ..  αυτό το μικρό κοριτσάκι των στρατοπέδων που την ακολουθούσε παντού ..βουβό ..τρομαγμένο γιατί ζούσε ακόμη στο Μπιρκενάου ...να προσπαθεί  απεγνωσμένα  να εξασφαλίσει  "ζωή"..  με τα κρυμμένα  κουταλάκια στην τσάντα της κυρίας Σιμόν …