Τα ξύλα




Αντάρα σκέπασε  τα  βουνά  γύρω απ' το χωριό.
Βράδυαζε.
Η βροχή  ολο και δυνάμωνε.
Ορεινή Θεσσαλία 1963.
 Μαζεύτηκαν γύρω από τη φωτιά  που σιγόσβηνε  γιατί  τα ξύλα τέλειωναν. 
  Τα τέσσερα μικρά  κούρνιασαν δίπλα της  να πάρουν λίγη ζέστη από το κορμί της, απ' τ' άγγιγμα της.

" Το μαύρο κουτί"



























“………..Και το γνέψιμο στη Μάνα?    


Γιατί της κουνάω τώρα το χέρι αφού χρόνο με το χρόνο ζούσα μαζί  της σε μια σχέση αδιάκοπης εχθρότητας?      

Η μάνα μου ηταν  ματαιόδοξη, ελεγκτική,  παρεμβατική, καχύποπτη, μοχθηρή, τρομερά ισχυρογνώμων και με μιά αβυσσαλέα άγνοια [έξυπνη  ομως –αυτό ακομα και εγώ το  έβλεπα] .

Ποτέ ουτε μια φορά δεν θυμάμαι να ζήσαμε οι δυό μας μια στιγμή ζεστασιάς.

Ουτε  μια φορά δεν ένιωσα περήφανος για κείνην…”  

ΓΥΝΑΙΚΕΙΑ ΚΑΙ…. ΑΛΛΑ ΚΡΟΥΣΜΑΤΑ




Αναρωτιέμαι  πολλές φορές πως μερικοί άνθρωποι φτιάχνουν  κάτι  διανοητικές και συναισθηματικές κατασκευές, εντελώς εξωπραγματικές  ,βολεύονται μ΄αυτές και δεν θέλουν  με τίποτα να δούν την αλήθεια τους.

Η ΜΑΤΙΝΑ


























Ακούστηκε τελευταία   οτι τρελλάθηκε.
Δεν βγαίνει από το σπίτι και δεν θέλει κανένα .
 Χόντρυνε και δεν μετακινείται  εύκολα.
Απόρησε ,  ρώτησε γιατί. Ηταν τόσο όμορφη και άξια είπε. Είναι κρίμα πως κατάντησε έτσι.

Παίζοντας…



Ειχαν έλθει στο χωριό από πολύ μακριά,λέγανε οτι ηταν από ένα ακριτικό νησί του Αιγαίου.

Αλλα ήθη και συμπεριφορές, ξένες για τους ντόπιους.