το χέρι













έπιασε το λιπόσαρκο χεράκι της
γέρικο ...παιδικό
χώραγε στην χούφτα της..
οπως των παιδιών της ..σκέφτηκε..
σ΄αγαπώ της είπε,
ξαφνικά και γρήγορα,
σα ναθελε να ξεκαθαρίσει
παλιούς λογαριασμούς,
τα γέρικα μάτια δάκρυσαν
και  κοίταξαν με μεγάλη απορία,
δεν ήξεραν τι ήταν ακριβώς 
αυτό που της είπε.

To τίποτα



Ξύπνησες με μια τρύπα
Στην ψυχή,
Βαθειά και μαύρη,

Να χάνεσαι μέσα  της
Και σύ,

Ολα
Ενα τίποτα.





Το κιλίμι



Ναι καλά  τώρα .... άντε να πιστέψει κάποιος ότι πληγωθήκαμε με τα πνιγμένα στη θάλασσα προσφυγάκια, όταν όλοι στα ίδια  νερά όλο το καλοκαίρι ρίχναμε βουτιές και απλωτές.

Το ατέλειωτο..

















Τό φερνε συνέχεια στο μυαλό της,  
το χωμάτινο δρομάκι,
 κατηφορικό,
 ανάμεσα από ρύκια και κέδρα,
 στενό,
ισα που χωρούσε το παιδικό κορμάκι να περάσει,
όλο στο φως και τον καυτερό ήλιο.
Ξυπόλυτη να τρέχει
 να φτάσει,
εκεί που νόμιζε
 οτι την είδε να φεύγει.
Δεν ήθελε να μείνει
πάλι μόνη.
Δεν την έφτασε ποτέ.
Μόνο με τη λαχτάρα
 και το φόβο
στα χεράκια της,
κοίταζε το ατέλειωτο
 του δρόμου.
ΜΝΤ


ΤΟ ΦΕΥΓΙΟ












Σ΄ενα σύννεφο
μέσα θα μπώ,
και θα κρυφτώ.

Ας με πάει
Οπου θέλει αυτό,
Δεν θα μιλώ.

Σ’ ενα σύννεφο
 μέσα θα μπώ,
για να αντέχω
να ζώ.

ΜΝΤ