η μάνα


Απόγευμα Κυριακής - Count Leopold von Kalckreuth - 1893
Όταν πέθανε ο πατέρας η μάνα έπεσε. Μεταφορικά και κυριολεκτικά. Στην αρχή άρχισε λίγο-λίγο, χωρίς να το καταλαβαίνει,  να καταθλίβεται , και στο τέλος έπεσε από την καρέκλα και έφυγε όλος ο ώμος της. 

Δεν είχε  πλέον ποτέ καλή ισορροπία.
Δύσκολος άνθρωπος ,δύσκολη μάνα  μέσα στην αγριότητα της επαρχίας σαν φιγούρα του Παπαδιαμάντη από τις σελίδες της Φραγκογιανούς.  Τι να πείς  ..έτσι ήταν τα πράγματα.

Αυτή η μάνα στα τελευταία  τέσσερα χρόνια μετά το φευγιό του μικρού μου αδελφού έχει κάθε εβδομάδα μία έξοδο Κυριακή απόγευμα. Την πηγαίνω πότε να δεί τη θάλασσα  στην Γλυφάδα, στους όμορφους δρόμους της Ηλιούπολης και κυρίως στον Αγιο Νικόλαο, κοντά στο παλιό μου γυμνάσιο.

Εκεί έχω βρεί ένα παιχνίδι μνήμης,  της αγοράζω τόσα κεράκια ,όσα τα παιδιά της και τα εγγόνια της ,και την παρακινώ να τα ανάψει μόνη της, ονοματίζοντας ένα πρός ένα.

Παίζει ..την βλέπω ότι το απολαμβάνει , αλλά τι άλλο να  της κάνω κι εγώ.
Ετσι τρώμε αρκετή ώρα,  διότι δόξα το Θεό είναι πολλά και τα παιδιά και τα εγγόνια.

Ανθρωπος άγριος και νευρικός μόλις τελειώσει αυτό δεν μπορεί να κάτσει ήσυχα ούτε για δέκα λεπτά ,αρχίζει μετά τα κεριά  " το που θα πάμε". Εννοείται βέβαια ότι μόλις τη βάλω στο αυτοκίνητο για βόλτα αρχίζει τα «μη παμε μακριά» λες και θα πάμε με τα πόδια. Δεν την βρίσκεις πουθενά.

Η υποδοχή της είναι ένα «Μαρία μου δεν πέθανα ακόμη» και ο αποχαιρετισμός της «να με λυπηθεί ο θεός να με πάρει». Εχει ένα συνεχές αγκομαχητό ..λες και της βγαίνει η ψυχή  το οποίο όμως, όταν δεν το θέλει , δεν το κάνει. Είναι το μέσο  της , για να είσαι συνέχεια εστιασμένη σ΄αυτήν.

Σήμερα έκανα τον ψόφιο κοριό στον Αγιο Νικόλαο, δηλαδή επειδή δεν ακούει ,  όταν τελειώσαμε με τα κεριά , της  έλεγα ότι πρέπει να κάτσει ήσυχα στην καρέκλα  της για τον εσπερινό. Εννοείται ότι   καθόταν   στα καρφιά,  αλλά την άφηνα να  στριφογυρίζει  για  να δώ γιατί κάνει έτσι και δεν μπορεί να κάτσει λίγο ήσυχα.

Πίσω μας ήλθε μια στραβογερασμένη νέα γυναίκα με μια φανουρόπιτα και εμφανίσθηκε ένας από τους παπάδες για να την διαβάσει....
 Όπως πλησίασε , όμως ο παπάς  και τον είδε η μάνα μου αμέσως σταμάτησε και το αγκομαχητό και το νευρικό στριφογύρισμα στην καρέκλα της εκκλησίας,  γύρισε και με αθώο ύφος μου είπε  «πολύ νέος πολύ όμορφος». 
Πράγματι ήταν  ένας εύσωμος  και  πολύ ωραίος αντικειμενικά άντρας.
 Τρελλάθηκα  όμως  μαζί της  .
Εκεί   που τόπαιζε μισοπεθαμένη, μόλις είδε  τον  όμορφο  και νέο παπά  τα ξέχασε όλα και γυάλισε το μάτι της.
Ο παπάς βεβαίως την άκουσε και γέλασε ο άνθρωπος, διότι αφού δεν ακούει αυτή καλά,  μιλάει δυνατά γιατί  νομίζει ότι ούτε οι άλλοι ακούνε.

Μετά την επέστρεψα στο σπίτι της και σκέφθηκα τον πατέρα μου .
Κούκλος και η μάνα μου  πάντα τον ζήλευε . Θυμάμαι ότι επί 50 χρόνια  ζήλευε μια συχωριανή επειδή απλά ήταν  στην  ίδια  εκδρομή, που πήγε όλο σχεδόν το χωριό .   Και  πρίν πεθάνει  ο πατέρας μου  , στο ΚΑΠΗ τον  ζήλευε που χόρευε με τις  άλλες γυναίκες , δηλαδή  τις γριές. 
Είχε πάθος με τον πατέρα μέχρι θανάτου ,τον οποίο όμως όσο ζούσε  και υποτιμούσε και απόπερνε συνέχεια.
Στη μάνα μου άρεσαν πάντα οι όμορφοι άντρες, τούς θαύμαζε εννοώ.
Αλλά  δεν το περίμενα  να τους θαυμάζει και τώρα που το παίζει συνέχεια μισοπεθαμένη και  είναι  85 χρονών ?? 
Τι να πείς...  πρώτα η ψυχή και μετά το χούι.





Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Ο ΔΑΣΚΑΛΟΣ