Η Καλλιόπη




Κάθε πρωί ,   βρέχει  χιονίζει , με κρύο και με καύσωνα ,  
η Καλλιόπη είναι κάτω στο δρόμο με τη σκούπα στο χέρι να μαζεύει    τα φύλλα  των δένδρων η  ό,τι σκουπιδάκια  έχουν  προκύψει απ΄τη γειτονιά  .

Λέξεις ..

















Χάϊδευα με γλυκόλογα
Τις λέξεις,
Τις  σιωπές μου,

Δεν ήθελα
τόσο σκληρές και κυνικές
να είναι,

Χειρότερες όμως,
Κατάντησαν,
Με χλεύη

Με κοιτάνε.

ΕΡΗΜΑ ΣΠΙΤΙΑ [ΟΛΓΑ ΜΟΣΧΟΧΩΡΙΤΟΥ]

ΕΡΗΜΑ ΣΠΙΤΙΑ

Οι δρόμοι μας με τη Μαρία συναντήθηκαν αργά. Μόλις πριν λίγα χρόνια, σε συνθήκες όμως εγρήγορσης, υπερευαισθητοποίησης, τότε που το να μιλάς στο συνάδελφο στην Ευελπίδων, στο Δικηγορικό Σύλλογο, σε Συνελεύεις και πορείες, σε δικηγορικές σελίδες του διαδικτύου, ακόμα και το να μοιράζεσαι σελίδες κοινωνικής δικτύωσης, να συνομιλείς, δεν ήταν πια μια ριχή κοινωνικότητα. Ούτε έχει εκείνη την ανάλαφρη χαρά του καινούργιου που εμπεριέχει η πρώτη νιότη και που τόσο εύκολα εγκαταλείπεται, μέσα από τις διαφορετικές ενηλικιώσεις. Γνωριστήκαμε στην εποχή της αντάρας, την εποχή της κατάργησης των βεβαιοτήτων,  την εποχή που το “παλιό έχει πεθάνει και το νέο δεν έχει γεννηθεί ακόμα”. Να ελπίσουμε ότι δεν θα ζήσουμε και την κατά Γκράμσι εποχή των τεράτων. Αυτές οι συναντήσεις όμως, επειδή δεν γίνονται σε εύκολες εποχές, φέρνουν μέσα τους έναν πυρήνα “οικειότητας” ουσιαστικής, σα νάχεις ξανασυναντηθεί στο παρελθόν , σα νάχιες ακολουθήσει κοινές ψυχικές πορείες, επώδυνες και γι αυτό  εύκαρπες, ζωοφόρες...
Αυτή μου η αίσθηση επιβεβαιώθηκε όταν έφτασαν στα χέρια μου ΤΑ ΕΡΗΜΑ ΣΠΙΤΙΑ ΤΗΣ.
Ερημα ψυχικά τοπία, αντανακλάσεις του βιωμένου παρελθόντος, μια ποιητική αυτοβιογραφία που διαλέγεται με την εσωτερική ποίηση των λέξεων ή μάλλον των συναισθημάτων, από θραύσματα εικόνων μιας παιδικής ηλικίας που ενείχε ολόκληρο το μέλλον και τις εκδοχές του.
Συναντήθηκε η δική μου αστική αίσθηση με κείνη την πιο καρποφόρα της Μαρίας. Μία αίσθηση δηλαδή γης, χωριού, φύσης, στοιχειακά ψήγματα που σημαδεύουν την ενηλικίωση σαν τα ψιχουλάκια ενός Κοντορεβυθούλη, που ακόμα κι αν τα πουλιά τα φάνε, το κελάηδισμά τους σηματοδοτεί μια για πάντα  τη γεωγραφία του εσωτερικού της κόσμου.Φτιάχνει έναν αλάνθαστο χάρτη πορείας. Γίηνος κόσμος, με φτερά αετού και αστέρια την νύχτα. Τα πόδια στη γη, τα μάτια ψηλά και τα χέρια απλωμένα στο άπειρο.
Ομως εγώ δεν είχα μια γέρικη βελανιδιά να γείρω. Τα δικά μου σπίτια δεν είχαν φωτισμένα παράθυρα...
Και τα βρήκα στης Μαρίας. Και ξαφνικά έπαψαν να είναι Ερημα.
Γιατί για μένα:
“Το σαράκι της ψυχής των σύγχρονων ανθρώπων είναι σήμερα τα πάρκινγκ στο κέντρο των μεγαλουπόλεων.
Εγραφα, στη δική μου αναδρομή της πορείας ενηλικίωσής μου. Και συνέχιζα:
Αυτή η σκέψη μου τριβελίζει το μυαλό κάθε φορά που αντικρύζω τον τοίχο ενός σπιτιού να χάσκει απροστάτευτος μετά την κατεδάφιση, παράταιρη πλάτη στα παρκαρισμένα αυτοκίνητα. Εκείνος ο τοίχος που στέκει όρθιος, μεσοτοιχία με τη διπλανή πολυκατοικία, με τ' απομεινάρια της λουλουδιασμένης ταπετσαρίας – σίγουρα ήταν εκεί κάποτε η καλή τραπεζαρία-, τα λιλά του υπνοδωμάτια, τα ράφια και ένα ξεκοιλιασμένο ντουλάπι κουζίνας, με όλα αυτά τα ίχνη μιας καλά προφυλαγμένης κάποτε  ζωής, μου φάνηκε αβάσταχτα ντροπιασμένος. Σαν κάποιος να εισέβαλε βάρβαρα και να έσυρε στο φως – όχι της μέρας, μα ενός προβολέα ανακριτή- τα άδυτα της ψυχής των κατοίκων του”...

Ομως αυτή είναι μια αστική εικόνα. Ενα τοπίο κατασκευασμένο πρόχειρα για να γκρεμιστεί εξ ίσου πρόχειρα. Δεν επιτέπει επιστροφές. Δεν υπάρχουν σημάδια.
Το τοπίο όμως της Μαρίας! Εχει ρίζες. Τα σπίτια γερνούν, αδειάζουν αλλά μπορούν ανά πάσα στιγμή να ξαναζήσουν, νοητικά. Ακόμα κι αν “μια μέρα γίνουν άμορφη μάζα υλικών”. Ετσι η Μαρία δε χάνεται στους δρόμους της μεγαλούπολης, κουβαλάει τα φωτισμένα παράθυρα της παιδικής της ηλικίας, δεν την καταπίνει η Ευελπίδων, μόνο την καταπονεί και τη μουσκεύει κάτω από την πολύχρωμη ομπρέλλα θαλάσσης που επιστρατεύει ο γήινος νους της και ξεσπά μέσα της σε γέλια , για το άτοπο, για την ανατροπή ενός αστικού καθωσπρεπισμού, που δεν “πάει στο διάβολο, αρκεί να προλάβω το πινάκιο”  . Ομως αυτό είναι κάτι άλλο. Ε'ιναι ποιοτικά διαφορετικό, όπως θάλεγε κι ένας θεωρητικός. Ομως εμείς είμαστε “δικηγορίνες”. Πρακτικοί διανοούμενοι δηλαδή. Και πρέπει να τα βγάλουμε πέρα.
Κι αν μια ανάγνωση θα έλεγε πως η Μαρία μιλώντας για Ερημα Σπίτια, ουσιαστικά μιλάει για “έρημες ψυχές”, “έρημα χρόνια” “έρημα συναισθήματα”  και τον αδηφάγο χρόνο που αντί να γεμίζει, με το πέρασμά του αδειάζει το μέλλον, αν δηλαδή κρύβει όλο αυτό μια άλλη προσέγγιση του θανάτου, η ίδια η αισθητικοποίηση της ανθρώπινης εμπειρίας, τον ξορκίζει... Τον απομακρύνει.
Ετσι, τα Ερημα Σπίτια, τα Φωτεινά Παράθυρα, η Βελανιδιά, το βεραντάκι, Η Πέτρα, τα Σπαρτά, τ' ατέλειωτο του δρόμου, η επιστροφή στο “στενό”, ο φόβος για ένα ερηπωμένο μέλλον όπου “χαρές και ευτυχίες θα ζυγιάζονται”, “πως ο πόνος και το κακό αντάμα πάνε”, το ψυθίρισμα των σπουργιτιών στον ύπνο της “πρέπει να ξέρεις να πετάς το κρύο αν δεν αντέχεις” ή ο ήχος που ατιθάσευτος “ρέει μέσα της” και κείνη η μελαγχολική ομορφιά της επαρχίας που δεν αντέχεται από τον  πόνο, η “ζεστή χούφτα της μάνας”, η ήρεμη  αποδοχή μιας συνειδητής μοναξιάς που δεν βολεύεται σε  τυχαίες παρουσίες και προτιμά το “πέτρινο σημείο” συνάντησης μαζί της, όταν έρχεται μια γλυκειά στιγμή παραίτησης που νιώθει ότι θάταν μια λύση να “τρέξει μαζί με το νερό της βροχής”, όταν το μικρό σύννεφο γίνεται απάγγειο στα δύσκολα, όταν τα σημάδια της Σόλωνος και η Νομική Σχολή του 1974 οδηγούν σε έρωτες νεανικούς 'οπου “θα σε ξανααγαπήσουν εκείνα τα χρόνια τα φοιτητικά”, ακόμα κι όταν παλιές σκληρές εικόνες της επαρχίας επιβιώνουν στα σύγχρονα χρόνια και “αφήνουν ένα κοριτσάκι να πεθάνει...”, ακόμα κι όταν οι έρημοι σταθμοί των τρένων συναντούν έρημους ανθρώπους, ξαφνικά ξαναγεννιέται μια γυναίκα που όταν “γελούσε, αγαπούσε κι ονειρευόταν...χάραζε με το μαχαίρι τα σύννεφα κι έβγαινε ο ήλιος.
Κι  επιστρέφει η Μαρία στα “όνειρα-κουρέλια, στις προσδοκίες-κουρέλια” κι αναζητά τα στέρεα υφάσματα, δεν το βάζει κάτω.
Και όλο και αποδέχεται την “αέρινη ζωή” , τη ζωή δίχως βεβαιότητες και ξαναγυρνά, όταν της τελειώνει ο αέρας στα παιδικά πασχαλιάτικά κόκκινα παπούτσια για να πάρει δύναμη, κυρίως για να αποδεχθεί τον συννεφένιο εαυτο της, αυτόν τον παράλληλο που τη βασανίζει μια ζωή, αλλά πού θα πάει θα γίνει ένα με αυτόν.
Η τόλμη της δημοσιοποίησης αυτού του εσώτερου εαυτού, αυτή η ποιητική εξομολόγηση, είναι ένα βήμα προς αυτήν την επανοικειοποίηση αυτού του εσώτερου εαυτού, που φοβάται να ξεμυτίσει, μην και οι “άλλοι” τον λοιδωρήσουν, από έλλειψη κατανόησης, ή από φόβο μήπως αρχίσει να ξεμυτά και ο δικός τους και η “κόλαση” που τη συνηθίσαμε, αυτή η “κόλαση που είναι οι άλλοι” όπως έλεγε ο Σαρτρ,  είναι μια κόλαση στη δημιουργία της οποίας κι εμείς συντρέξαμε.

Η Μαρία δεν δείχνει να την βασανίζει η “λογοτεχνική φόρμα”, ή η ένταξη των ποιημάτων της, δηλαδή των λεκτικών δημιουργημάτων της,  σε μια αναγνωρίσιμη ως “είδος” γραφή.
Ετσι από τον ποιητικό συνοπτικό  λόγο, μπορεί να μεταβαίνει στο πεζό που εσωκλείει την ποιητικότητά του κάτω από έναν λόγο καθημερινό, ήρεμο, οικείο.
Ακομα όμως μπορεί να φλερτάρει και με τη δημοτική παράδοση, όπως για παράδειγμα “Τα δύο σπουργίτια της”:
Στον ύπνο μου τα έβλεπα
με ύφος να μου λένε
πρέπει να ξέρεις να πετάς
το κρύο αν δεν αντέχεις.

Τα ποιητικά της αφηγήματα, φέρουν σπαρακτικές εικόνες, είτε από την παιδική της ηλικία, όπως “το τρακτέρ”, τα “σύννεφα”, το “κουτσό...γαιδούρι”, που όμως ταυτόχρονα αποτελούν ψηφίδες ενός ηθικού κώδικα για την ίδια, είτε σκηνές της ενήλικης ζωής της στην πόλη, όπως εκείνη η Maritsa, η παλιά γραφομηχανή – φετίχ για μας τις δικηγορίνες του '80, όπως οι ψηλοτάκουνες γόβες για τις τηλεπερσόνες...
Και μετά πάλι πετάει στα “βακούφια” της στερημένης από υλικά αγαθά παιδικής ηλικίας, αλλά της τόσο πλούσιας σε γήινους καρπούς, και κατόπιν πάλι “Η ζωή της άλλης”, δηλαδή η δική της κρυφή, εσώτερη ζωή, που ζητά δικαιώματα πάνω στην επίσημη κοινωνικοποιημένη ζωή της.
Ομως το “αίμα” από την κακοποίηση μιας γυναίκας κι πάλι στην επαρχία, από τον σύζυγο αφέντη και η σιωπή έως συνενοχή των γυναικών, εμφανίζεται σαν πληγή από ένα παρελθόν που δε λέει να κλείσει.
Και μετά η μνήμη της γλυκαίνει, αναπολώντας τα “νυχτέρια” της γιαγιάς της. Εκείνες τις γυναικοπαρέες στο χωριό, που πλέκαν ή κένταγαν όλη τη νύχτα, λέγοντας ιστορίες, παράξενες ιστορίες.
Τα “νυχτέρια” της Μαρίας , μου θύμισαν τις ανάλογες εξιστορήσεις της δικής μου γιαγιάς που μας διηγούνταν , τα βράδια του χειμώνα,  πλάϊ στην ξυλόσομπα τα νυχτέρια των δικών της νεανικών χρόνων, στο δικό της χωριό. Τότε που συναγωνίζονταν οι κοπέλλες ποιά θα φτιάξει πιο γρήγορα τα προικιά της.Κι άρχιζε τις ιστορίες για νεράιδες και ξωτικά. Κι όταν τη ρώτησα κάποτε “γιαγιά, εσύ έχεις δει ποτέ σου νεράιδα. Μου απάντησε: Φυσικά, στη νεροτριβή κάποιο ξημέρωμα. Αλλά πρέπει να είναι εντελώς αθώα η ψυχή σου και η καρδιά σου για να τις συναντήσεις....
Να λοιπόν που στην συλλογή της Μαρίας συναντήθηκαν όχι μόνο οι δικές μας ζωές, αλλά και οι γιαγιάδες μας.
Και μετά έρχεται “Η ομπρέλλα” για να καθαρίσει με τη βροχή, όλη τη σκόνη μιας ζωής γεμάτης αγώνα ζωής... Και γελάω μέσα μου, γιατί φέρνω την εικόνα στο νου μου. Μόνο που εγώ, κάποια αντίστοιχη φορά, δεν  είχα παρά μια νάυλον σακκούλα.... για προφύλαξη... Και μ' αυτήν διάβηκα το κτήριο 5 της σχολής Ευελπίδων.
Κι ο “κύριος Ευάγγελος”, φιγούρα παλιών ανθρώπων, από εποχές που η αξιοπρέπεια είχε άλλο νόημα. Μου θύμισε το γέρο Τσίτουρα και το Φροντιστήριο Νομικών που είχε και για μια περίοδο δούλεψα εκεί. Και το μεσημέρι, έβγαζε ένα ταπεράκι με λαδερό φαγητό, με έστελνε να του αγοράσω τυρί φέτα και φρέσκο ψωμί και αυτό ήταν το μεσημεριανό του γεύμα. Κι ας είχε κερδίσει πολλά από την πολύχρονη λειτουργία του φροντιστηρίου του. Αλλες εποχές, άλλα ήθη. Αλλά και μόνη η υπενθύμησή τους, στις σημερινές κοινωνικές συνθήκες, αποκτούν μια ποιητική γοητεία, τόσο εξωτικές φαντάζουν, σ΄έναν πτωχευμένο, όλο φιγούρα επιχειρηματικό κόσμο....
Στην Πατησίων και Δεριγνύ θα συναντήσει το ζευγάρι των χωρισμένων με την παγωνιά να αποτελεί μια κοινή συνθήκη.
Μα σαν για αντίδοτο επιστρέφει ακόμα μια φορά στο χωριό της και τη “Συκιά” της παιδικής της ηλικίας, να ξανακαθήσει στα γέρικα κλαδιά της” και να δεχτεί τελικά πως “Δεν ήταν μακρινό το φευγιό σου....Μας γέλασες”... Μα πού να πάει; Η πατρίδα όλων μας είναι η παιδική μας ηλικία...
Και μετά μια βουτιά στο χρόνο μας φέρνει “στο αυτόφωρο” της Σχολής Ευελπίδων, όπου ο γιός της θα την κάνει να σκεφτεί “πως δεν φοβόμαστε αυτό που βλέπουμε αλλά αυτό που νομίζουμε πως βλέπουμε....
Και πάλι πίσω στα παιδικά χρόνια, στην εξουθενωμένη μάνα, στη διεκδίκηση του νερού, της ζωής και μια Παγώνα, που με διάφορες μορφές θα βρίσκεται συνεχώς μπροστά μας στα χρόνια της ενηλικίωσής μας. Μια Παγώνα-Βουνό που πρέπει να αντιμετωπίσεις και να παραμερίσεις.
Ακόμα και μια όμορφη Βαλεντίνη-Ματαιότητα, μια απλή δικαστική υπόθεση, θα εξελιχθεί σε  σχέση-μάθημα ζωής.

Και μετά ο Γεροδήμος πηγαίνει ταξίδι στο θάνατο, συλλέγοντας μηνύματα από τους συγχωριανούς του και τέλος μια μάνα Λύκαινα  μαζεύει ξύλα και τα προστατεύει, για τα παιδιά της

Αυτά τα ποιητικά αφηγήματα, κόβουν τα συμπυκνωμένα μικρά ποιήματα σα μαχαίρι. Κι όμως στο τέλος μοιάζουν να τα συνδέουν, να γίνονται η ανάσα της ψυχής, αυτό το ΑΧ, που δεν ξέρεις από πού έρχεται, πως βγαίνει από μέσα σου, μυρίζοντας την Ανοιξη στις πεταμένες νερατζιές των δρόμων της Αθήνας. Ισως αυτή η μυρωδιά να σε στέλνει πίσω, στον κόσμο της Μαρίας, για μια στιγμή, βάζοντας την δεξιά σου παλάμη στο μέρος της καρδιάς. Για ένα λεπτό, πριν συνεχίσεις το δρόμο σου για τη Σχολή Ευελπίδων και ενωθείς με την πολύ συνάφεια του κόσμου.

                                                                                                          ΟΛΓΑ ΜΟΣΧΟΧΩΡΙΤΟΥ