ΜΑΤΙΝΑ


















...Για την  ΜΑΤΙΝΑ έλεγαν πολλά τότε. Ότι είχε μείνει έγκυος στα 15 και γέννησε κρυφά στα χωράφια. Ότι δεν ήξερε από ποιόν ήταν το παιδί διότι είχε ξαπλώσει με όλους τους βοσκούς που συναντούσε στα βοσκοτόπια που γύριζε μονάχο του ολημερίς.

Πέταξε το παιδί σε μια ρεματιά με τα αίματα όπως  ήταν,  αφού  μόνη της έκοψε και τον ομφάλιο λώρο με το σουγιαδάκι που έκοβε το ψωμί της.

Αυτό γκάνιαξε στο κλάμα ..το άκουγε αλλά της ήταν αδιάφορο..αυτή νόμιζε ότι γλύτωσε αφού το έβγαλε από πάνω της..

Αυτό όμως δεν ήταν να πεθάνει αφού σταμάτησε για λίγο ..και  η Ματίνα  νόμισε ότι τελείωσε ...  άρχισε να κλαίει πιο δυνατά. 

Το άκουσαν τα κορίτσια της  Μπόλαινας που γύρναγαν το απόγευμα απ΄το σχολείο και σταμάτησαν. Η Μπόλαινα είχε το σπίτι της έξω  και αντικρυστά απ΄το χωριό  και αφού μικροχήρεψε ζούσε μόνη με τα ζωντανά της και τα  δίδυμα κορίτσια της .  Αυτά κάθε μέρα έκαναν μία ώρα δρόμο να πάνε στο δημοτικό στο χωριό. Ηθελε να τα σταματήσει  αλλά ο δάσκαλος την απείλησε με τον αστυνόμο  και αναγκαζόταν να τα στέλνει.

Τα κορίτσια άρχισαν να τρέχουν προς την ρεματιά που ακούγονταν το κλάμα. Όταν το είδαν μελανιασμένο και με τα αίματα φοβήθηκαν και άρχισαν να ανεβαίνουν  προς το σπίτι τους φωνάζοντας την μάνα τους . Η Μπόλαινα έτρεξε προς τα κάτω ακούγοντας τις φωνές τους και  μάζεψε το πεταμένο απ΄το ρέμα.

Η Μπόλαινα το πήγε στο δάσκαλο του χωριού και εκείνος κάλεσε την αστυνομία.

 Την έδιωξαν την ΜΑΤΙΝΑ   σε κάποια μεγάλη πόλη για λίγα χρόνια για να ξεχαστεί το γεγονός και αφού έκλεισαν καλά το προξενιό την έφεραν μια βδομάδα πρίν παντρευτεί.

Το παιδι της εξαφανίσθηκε στα ιδρύματα της πρωτεύουσας.

Όμως ο μύθος έμεινε και όλοι δήθεν άκουγαν κάθε τόσο το κλάμα του πεταμένου μωρού στη ρεματιά. 
Οι πιο αλαφροίσκιωτοι έλεγαν ότι το είδαν να περπατάει κιόλας γυμνό δίπλα απ΄το ρυάκι  στα ριζά της ρεματιάς.


Το πλήρωσε ακριβά  αυτό που έκανε η Ματίνα . Ένα-ένα τα παιδιά που γέννησε μετά δεν πρόλαβε να τα δεί να μεγαλώνουν. Όλα πέθαναν με τραγικό τρόπο  . [ΒΑΣΙΛΙΚΗ]

κλώσσα












Δεν πήγαινα ακόμη δημοτικό και καθόμουν εκεί δίπλα απ΄το περιφραγμένο μέρος του αυλόχωρου και χάζευα τα κλωσσοπουλάκια.
 Χθές τα είχα δεί να σπάνε το τσόφλι του αυγού  και να βγαίνουν ένα-ένα  έξω στην σκληρή ζωή. Ηταν μαγεία…
Δίπλα η μάνα -κλώσσα τα υποδέχονταν ένα-ένα με φτερουγίσματα χαράς ,λαχτάρας ..αλλά και ανήσυχα βλέμματα γύρω της... μην τυχόν και  κάτι κακό απειλεί τα νεογέννητα...

Ηταν πεντακάθαρος ο ουρανός εκείνο το δειλινό  και ξαφνικά ένα σύρσιμο ακούστηκε  στον ουρανό  σαν νάπεφτε κάτι πάνω μας ..  ένα θεόρατο γεράκι  ήλθε  και στάθηκε πάνω από την κλώσσα που κραύγαζε απεγνωσμένα ..προσπαθόντας  να καλύψει όλα τα κλωσσόπουλα με τις φτερούγες της…. όμως δεν έφταναν και μερικά έμειναν ακάλυπτα..


Το γεράκι έκανε μια πτήση από πάνω τους σαν να τα ακούμπησε και έκανε ότι φεύγει  πάνω στα δεξιά  …αλλά με δύναμη όρμησε πάλι πάνω τους και άρπαξε ένα μικρό  που φαινόταν έξω απ΄την φτερούγα και εξαφανίσθηκε  προς τα πάνω…

Η κλώσσα χτυπιόταν ,έσκουζε τα μάζευε από κάτω της κι αυτά μια χαψιά πουλάκια έτρεμαν..

Εμεινα τρομαγμένη..παγωμένη  να  κοιτάω ..δεν ήξερα …δεν τολμούσα.. να κάνω κάτι..…

Το αρπακτικό ήταν στο μέγεθός μου  περίπου ..έτσι μου φάνηκε στα μάτια μου ..θεόρατο..

Η εικόνα της κλώσσας να κλαίει ,να σκούζει, να φωνάζει, να χτυπιέται  ….απελπισμένη που της πήραν το παιδί της  μέσα απ΄την αγκάλη της……

Μάνα που θρηνούσε...

Ο πόλεμος της φύσης ..μεταξύ των ζωντανών… πονάνε ..αγαπάνε και κλαίνε  κι αυτά…όπως οι άνθρωποι πάνω στα ερείπια του πολέμου..






Ο φόβος




Ηταν βράδυ πλέον ..παντού σκοτάδι ..ρεύμα ηλεκτρικό δεν είχε το χωριό τότε.

Ολοι είχαν μαζευτεί  στο σπίτι του θείου δίπλα …..εκεί πέθαινε ο παππούς.
Αγριος, ορεσίβιος, θεόρατος και απόμακρος για τα παιδικά μου μάτια.

Ό πατέρας μου μπήκε στο σπίτι  ξαφνικα, πήγε και άναψε το καντηλάκι στο εικονοστάσι με ένα βλέμα φοβισμένο. Είχε έλθει τόσο  κοντά ο θάνατος και τον φοβήθηκε.

Εμένα δεν με ακούμπησε καθόλου ο θάνατος του παππού ..μου ήταν αδιάφορος .καμμία σύνδεση δεν είχα μαζί του.

Όμως μολονότι πέρασαν τόσες δεκαετίες εκείνο ο φοβισμένο απ΄το άγγιγμα του θανάτου βλέμμα του πατέρα μου ακόμη μ΄ακολουθεί.

Το φέρνω  ..έρχεται ..δεν ξέρω ακριβώς πως… όμως τα φοβισμένα μάτια του πατέρα μου τα νοιώθω πολλές φορές ότι είναι δίπλα μου…όταν  και μένα με κοντοζυγώνει η ιδέα του τέλους, του θανάτου.

Παράξενο ….. ο θάνατος  του  παππού  εκεί δίπλα  …κι αδιαφορούσα
και μόνο ο φόβος του θανάτου στα μάτια του πατέρα μου μ΄ακολουθεί ακόμη.